Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ


ΑΚΡΟΚΕΡΑΜΑ

   Το ακροκέραμο –ο ακροκέραμος ή ηγεμών (=ηγεμών κέραμος) των αρχαίων-, οικείο στους σημερινούς έλληνες και σε πολλούς άλλους κατοίκους του πλανήτη, συνήθως κεραμικό, ενίοτε μαρμάρινο, λίθινο, τσιμεντένιο ή μεταλλικό, μεγάλο ή μικρό, πολυτελές ή ευτελές, απλό ή σύνθετο και με κάθε είδους διακόσμηση, έχει τις ιστορικές ρίζες του στην τόπο και χρόνο μιας σπουδαιότατης τεχνικής και αρχιτεκτονικής δημιουργίας: της κεράμωσης. 
   Στην  Ιστορία της αρχιτεκτονικής ο τρόπος κάλυψης των κτηρίων αποτελεί ένα από τα ουσιώδη ταξινομικά κριτήρια. Βάσει αυτού διακρίνονται οι παγκόσμιες κατηγορίες  του δώματος και  της στέγης, ενώ πολύ σπανιότερη είναι η θολωτή κάλυψη. Η επικράτεια του δώματος περιλαμβάνει μικρότατα μέρη του ευρωπαϊκού Νότου, τη βόρεια Αφρική, τα νοτίως και ανατολικώς της οροσειράς του Ταύρου και της Κασπίας, από τη Μεσόγειο και την Ερυθρά θάλασσα έως τον Ινδό, κάποια μέρη του Θιβέτ και μικρό μέρος της Αμερικής με βόρειο γεωγραφικό πλάτος λίγο μικρότερο ή μεγαλύτερο των τριάντα μοιρών. Πολύ εκτενέστερη, ίσως δεκαπλάσια, είναι η επικράτεια της επικλινούς στέγης.
   Η ιστορία των στεγών, παρά τις φαινομενικές αρχιτεκτονικής φύσεως διαφορές, υπακούει σταθερά σε γενικούς κανόνες: α) αμφίπλευρη ισομετρία, β) κλίση ανάλογη προς τον καιρό και αντιστρόφως ανάλογη προς την στεγανότητα της επικάλυψης. Επί το πλείστον, λοιπόν, οι στέγες είχαν ισχυρή κλίση και ήσαν αμφικλινείς, ενώ δεν απουσίαζαν και οι μάλλον σπάνιες κωνικές ή πυραμιδοειδείς.

  Η επικάλυψη, επί το πλείστον από ψάθα ή συναφή υλικά και σπανιότερα από δέρματα, φλοιούς δένδρων, τσόχα, τυποποιημένα αποσχίσματα ξύλου, ή λεπτές λιθόπλακες, δεν ήταν ποτέ επαρκώς στεγανή και συνεπώς απαιτούσε ισχυρή κλίση, ακόμη και σε τόπους όπου πέφτει μόνον βροχή και όχι χιόνι. Ισχυρή κλίση 45 μοιρών και πλέον αποτελούσε επί χιλιετίες έναν σχεδόν παγκόσμιο κανόνα. Τούτο άλλαξε άρδην με την καινοτομία που προανέφερα ως  σπουδαιότατη τεχνική και αρχιτεκτονική δημιουργία: την κεραμοσκεπή. Σήμερα,  περίπου παντού στον κόσμο μας, οι περισσότερες στέγες καλύπτονται με κεραμίδια -ενώ λίγες μόνον καλύπτονται με ειδικά τεμάχια ξύλου (shingles) ή φύλλα λαμαρίνας, χαλκού, μολύβδου, ή συνθετικών υλών.
Η ιστορία των κανονικών κεραμώσεων αρχίζει πριν από 27 αιώνες στην Ελλάδα με την εμφάνιση ενός ολοκληρωμένου συστήματος  τυποποιημένων τετράπλευρων κεράμων, σχεδιασμένων να σχηματίζουν παράλληλες σειρές, χωρίς να αφήνουν αρμούς εκτεθειμένους στη βροχή : από τη δεύτερη σειρά και μετά, το πρόσθιο μέρος κάθε κεράμου-στρωτήρα κάλυπτε το πίσω μέρος κεράμου της προηγούμενης σειράς, ενώ κατάλληλη ανάκαμψη των πλευρών του δεν άφηνε το νερό να πλησιάσει τους αρμούς, επί των οποίων άλλωστε έβαιναν οι καλυπτήρες, αυτοτελή στενόμακρα στοιχεία, ή παρόμοιες διαμορφώσεις στη μια πλευρά του κεράμου, ο οποίος ως εκ τούτου ήταν σύνθετος,  στρωτήρας δηλαδή και καλυπτήρας. Στο δεξιό και αριστερό άκρο εκάστης σειράς ο στρωτήρας είχε ιδιαίτερη μορφή, επειδή μόνο η μια πλευρά του άρμοζε με στρωτήρα και καλυπτήρα, ενώ η άλλη, ονομαζόμενη σίμη, ήταν ελεύθερη και καλώς ορατή επάνω από το επικλινές γείσο της στέγης. Παρομοίως εάν οι κέραμοι της πρώτης σειράς ήσαν της αυτής μορφής με εκείνους των λοιπών σειρών, θα απέμεναν μεταξύ αυτών και του γείσου τα κενά (τα οποία στις λοιπές σειρές καταλαμβάνονται από το επικαλυπτόμενο πίσω μέρος των προτασσόμενων κεράμων). Για την αποφυγή αυτών των κενών, ως καλώς ορατοί, οι κέραμοι της πρώτης σειράς, στρωτήρες και καλυπτήρες, ήσαν διαφορετικοί, με πρόσωπο ισχυρότερο, ευθύγραμμο και ελαφρώς προέχον.  Διαφορετικοί επίσης ήσαν και οι κέραμοι κατά μήκος της κορυφαίας ακμής της αμφικλινούς στέγης, οι οποίοι ελέγοντο κορυφαίοι (στρωτήρες και καλυπτήρες). Κατ΄αυτόν τον τρόπο εκτός από τους μεσαίους ή αγελαίους, όπως έλεγαν (στρωτήρες και καλυπτήρες), υπήρχαν άλλα εννέα διαφορετικά στοιχεία: τα κατά μήκος των ακραίων γραμμών, τα γωνιαία, και τα κορυφαία των αετωμάτων, τα οποία συνήθως έφεραν βάθρα επί των οποίων έστεκαν μεγάλα καλλιτεχνικά δημιουργήματα, τα ακρωτήρια. Οι κέραμοι της πρώτης σειράς, οι ακροκέραμοι, λεγόμενοι  συνήθως ηγεμόνες στρωτήρες και ηγεμόνες καλυπτήρες, έφεραν επίσης διακόσμηση, η οποία ήδη από τον 7ο π.Χ. αιώνα περιείχε φυτικά ή εικονιστικά στοιχεία, σταθερό γνώρισμα αυτών των κεραμώσεων επί χιλιετία. Σταθερά επίσης γνωρίσματα, τεχνικά όμως, ήσαν, η υψηλή γεωμετρική ακρίβεια, η τέλεια συνάρμοση και το μέγεθος των κεράμων, από 50x50εκ. έως 90x90 εκ. ! Χάρις σε αυτά, οι στέγες των μνημειακών ελληνικών ναών απέκτησαν εξ αρχής κλίση ~13-15 μοιρών, ήτοι τέσσερις φορές μικρότερη εκείνης των στεγών με φυτική επικάλυψη. Η χαμηλή αυτή κλίση, αποτέλεσμα της επιθυμίας μεγαλύτερης ευστάθειας των κεράμων, συνιστά έως σήμερα αποκλειστικό σχεδόν χαρακτηριστικό της κλασικής ελληνικής αρχιτεκτονικής, αναγνωρίσιμο αμέσως στις αναλογίες του αετώματος.
  Το πανάρχαιο αυτό σύστημα καράμωσης, ήδη με την πρώτη εμφάνισή του στην νότια Ελλάδα (Κορινθία και  Αργολίδα, αρχές 7ου αι. π.Χ.) παρουσίαζε τελειότητα η οποία έως σήμερα παραμένει ανεπανάληπτη. Ωστόσο δεν ήταν αυτοτελές, αλλά μέρος μόνον  ενός συνολικότερου δημιουργήματος: της δωρικής αρχιτεκτονικής. Από τον 8ο αι. π.Χ., τέσσερις αιώνες μετά την παρακμή του μυκηναϊκού πολιτισμού, οι έλληνες πραγματοποιούσαν μια νέα αρχή, με νέα πολιτική οργάνωση (η πόλις ως θεσμός), νέες καλλιτεχνικές κατευθύνσεις, και νέα αρχιτεκτονική. Όπως πολύ αργότερα αναφέρει ο Βιτρούβιος, αφετηριακό έργο αυτής της δωρικής αρχιτεκτονικής ήταν ο ναός στο Ηραίον του Άργους. Σήμερα γνωρίζουμε από που ο σπουδαίος, αλλά ακόμη άγνωστος δημιουργός της δωρικής αρχιτεκτονικής δανείσθηκε κάποια βασικά στοιχεία του νέου σχεδίου: από τα ερείπια των μνημείων Μυκηνών και Τίρυνθος, από τα οποία άλλωστε το Ηραίο απέχει μερικά μόνον χιλιόμετρα. Στο σημείο αυτό ένα παλαιό ερώτημα επανέρχεται: τα μυκηναϊκά ανάκτορα είχαν δώμα ή στέγη; Υπέρ του δευτέρου δεν συνηγορεί μόνον το γεγονός ότι γενικώς στην χερσαία Ελλάδα τα αρχαιολογικά ευρήματα ακόμη και τα νεολιθικά τεκμηριώνουν στέγες και όχι δώματα, αλλά και εκείνο της εύρεσης κάποιων καταλοίπων κεράμων στα ερείπια διαφόρων ανακτόρων και συναφών κτισμάτων (πριν από τον 12ο αι. π.Χ.),  άλλων, παλαιοτέρων, στη Λέρνα (Οικία των Κεράμων 23ος αι. π.Χ.), μερικά χιλιόμετρα από την Τίρυνθα και τέλος απλών στρωτήρων κεράμων από το μεγάλο προανακτορικό κυκλικό κτήριο της Τίρυνθος (μέσα τρίτης χιλιετίες π.Χ.).  Με τα τελευταία δεν εννοώ υποχρεωτικώς μια καταγωγή των κλασικών κεραμώσεων από εκείνες της προϊστορικής εποχής, αλλά μάλλον αρκούμαι στην διαπίστωση ότι η παγκοσμίως πρώτη  ολοκληρωμένη κεράμωση (7ος αι. π.Χ.) γεννήθηκε σε έναν τόπο, στον οποίο είχαν υπάρξει οι παλαιότερες γνωστές κεραμώσεις, ήδη από την 3η π.Χ. χιλιετία κ.ε.
Από την Κόρινθο,  η κανονική κεράμωση διαδόθηκε γοργά, ακολουθούσα τη δωρική αρχιτεκτονική στις ελληνικές πόλεις της νότιας Ιταλίας και ήδη μετά τα μέσα του 7ου αι. π.Χ. είχε φθάσει στην Ετρουρία, όπου πολύ σύντομα αναπτύχθηκαν ιδιαίτεροι ετρουσκικοί τύποι, οι οποίοι αργότερα άσκησαν επιρροή ακόμη και σε κάποια έργα στην Ελλάδα. Εν τω μεταξύ η ανάμιξη των αρχικών πελοποννησιακών τύπων με διάφορα τοπικά στοιχεία σε όλη την έκταση του ελληνικού κόσμου είχε ως αποτέλεσμα μια άνευ προηγουμένου ποικιλία τεχνικών και καλλιτεχνικών στοιχείων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο πέρασε ένας ολόκληρος αιώνας (ο 6ος π.Χ.), πλήρης συνεχούς, πειραματικής επί το πλείστον, δημιουργίας τεχνικών και διακοσμητικών λεπτομερειών. Τον επόμενο αιώνα νέες τάσεις επικρατούν, οι οποίες σύντομα οδηγούν στην εγκατάλειψη της μεγάλης, εν πολλοίς ανισόρροπης ποικιλίας και συμβάλλουν στην επικράτηση ολίγων κλασικών τύπων με χαρακτηριστική μινιμαλιστική τελειότητα. Αλλά από τα μέσα της κλασικής εποχής και μετά, δηλαδή κατά τον 4ο αι. εμφανίζονται και πάλιν νέες τάσεις, όχι τόσον προς μια μεγάλη τεχνική και θεματική ποικιλία, αλλά μάλλον προς μια εντονότερη νατουραλιστική πλαστικότητα φυτικών κοσμημάτων και εικονιστικών μορφών (λεοντοκεφαλές κ.τ.τ.) η οποία παρέχει μεν περισσότερη απασχόληση και ευκαιρίες επίδειξης στους καλλιτέχνες, ελαττώνει όμως δυσάρεστα τον αρχικό τεκτονικό και λειτουργικό χαρακτήρα των περιμετρικών στοιχείων της κεράμωσης και συνακόλουθα την αρχική πνευματική ομορφιά της κλασικής αρχιτεκτονικής.
  Έως τη ρωμαϊκή εποχή η παραγωγή κεραμώσεων γίνεται ολονέν μαζικότερη και απλούστερη. Το μέγεθος των κεράμων ελαττώνεται, κυρίως για να είναι δυνατή μια δραστική μείωση του πάχους και επομένως του ανά μονάδα επιφανείας κόστους παραγωγής. Με τη ρωμαϊκή εξάπλωση στη βόρεια Ευρώπη κανονικές κεραμώσεις εμφανίζονται σε χιλιάδες μικρούς ή μεγάλους οικισμούς. Κάποια στοιχεία τους θα διατηρηθούν στην σχετικά πτωχή οικοδομική των Σκοτεινών Χρόνων  και θα τονωθούν αργότερα επί Καρλομάγνου. Πάντως, από  την αρχικώς μεγάλη εξειδίκευση των μερών της αρχαίας κεράμωσης δεν απέμενε σχεδόν τίποτα. Τα στοιχεία, πολύ μικρότερα και ευτελέστερα, δηλαδή κεραμίδια και όχι κέραμοι, διακρίνονται απλώς σε «από κάτω» και «από πάνω», στα οποία κατά καιρούς εδώ ή εκεί η τύχη έδινε λαϊκής εμπνεύσεως ονόματα, όπως  π.χ. καλόγερος και καλόγρια στην Γερμανία, από τον 13ο αι. κ.ε. Απλοϊκή μορφή, μικρό μέγεθος, ανακρίβεια κατασκευής και ατελής συνάρμοση των κεραμιδιών είναι οι λόγοι που οδήγησαν σε κλίση στέγης εμφανώς μεγαλύτερη από ό,τι θα αρκούσε για την αντιμετώπιση βροχής και χιονιού. Προς το τέλος του Μεσαίωνα, άλλα είδη κεράμων, καταλληλότερα για απότομες κλίσεις (π.χ. «Bieberschwanzziegel», είδος φολιδωτής κεράμωσης) επικρατούν στη βόρεια Ευρώπη. Δυστυχώς όμως και αυτά παρουσιάζουν τεχνικά και οικονομικά μειονεκτήματα.
  Με την έλευση της πρώτης βιομηχανικής εποχής η κατάσταση άλλαξε και για τις κεραμώσεις.  Οικονομική ανάπτυξη, συνεχώς προστιθέμενη τεχνική πρόοδος, πολιτικές εξελίξεις και πνευματικά – καλλιτεχνικά κινήματα, όπως ο κλασικισμός, είναι τα κύρια φαινόμενα που έχουν μεγαλύτερη σχέση με το θέμα μας, το ακροκέραμο: οι κλασικιστές με πρώτους τους Stuart και Revett (1751κ.ε.) είχαν αναζητήσει τις πηγές της νέας τέχνης και αρχιτεκτονικής στην ίδια την Ελλάδα, όπου, από το 1828 κ.ε. η απελευθέρωση και ανακήρυξη της χώρας σε ανεξάρτητο κράτος ευνόησε τα ταξίδια μελέτης. Σε αυτό το νέο πλαίσιο μελετήθηκε η αρχαία αρχιτεκτονική –και συνάμα η κλασική κεράμωση – σε ιστάμενα μνημεία, σε ερείπια και σε ορύγματα ανασκαφών. Ως συνέπεια αυτών των μελετών, ήδη πριν από το 1800 και συχνότερα μετά το 1830, εμφανίσθηκαν κυρίως στην Ευρώπη, νέα κτήρια σχεδιασμένα κατά τα κλασικά πρότυπα. Σε αυτά μερικές φορές επαναλαμβάνονται και οι κλασικές ελληνικές κεραμώσεις με τα λίαν χαρακτηριστικά ακροκέραμα και ακρωτήρια (π.χ. σε πλείστα έργα του L. von Klenze, ακόμη και στην Αγία Πετρούπολη!). Από την άλλη πλευρά, η ατμομηχανή επέτρεψε την μόρφωση κεράμων υπό υψηλή μηχανική πίεση (frθres Gilardoni, Altkirch της Αλσατίας, 1841), η οποία ευνόησε την ελάττωση του βάρους και την αύξηση της αντοχής, συνδυαζόμενη με ακριβέστερη συνάρμοση. Η μέθοδος επέτρεψε επίσης τη δημιουργία πολλαπλών περιμετρικών εσοχών και εξοχών για στεγανότερο κλείδωμα των αρμών (1851). Η μηχανική εν σειρά παραγωγή τυποποιημένων στοιχείων σε μεγάλους αριθμούς υπερκάλυπτε την αρχική δαπάνη για μηχανές και καλούπια με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτή η συχνότερη ανανέωση των μηχανών και η προσθήκη νέων καλουπιών για την λεπτομερέστερη ολοκλήρωση του αρχικού συστήματος μορφών. Σε αυτό ωθούσε και η ζωηρή άμιλλα βιομηχάνων και βιοτεχνών που επεδίωκαν μεγιστοποίηση της θέσης των στην αγορά των κεραμικών ειδών. Το 1881 ο C. Ludowici παράγει τα κεραμίδια με διπλή αύλακα και από το 1887 ο E. Coudonne τα περίφημα "de Marseille", με διπλή επίσης αύλακα, γνωστά στην Ελλάδα ως «Γαλλικά κεραμίδια».
  Έως το τέλος του 19ου αι., στις πλέον προηγμένες χώρες, τα καλύτερα μηχανοποίητα κεραμίδια, αν και δεν πλησίαζαν την πολυτέλεια των αρχαίων, ήσαν διαθέσιμα, όπως κάποτε και εκείνα, σε παρόμοια ποικιλία εξειδικευμένων στοιχείων:  μεσαία, πρόσθια, αριστερά τερματικά, δεξιά τερματικά, κορυφαία, καλύμματα κεκλιμένης ακμής, καλύμματα κορυφής, ειδικά κεραμίδια αερισμού κ.α. Ταυτοχρόνως, τα νέα αυτά συστήματα ήσαν οικονομικώς προσιτά σε σχετικώς μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Επίσης παρήγοντο σε μεγάλη ποικιλία πήλινα διακοσμητικά ή περίτεχνα λειτουργικά στοιχεία κεραμώσεων, όπως π.χ. κορυφώματα ή διάφορα είδη αεραγωγών, καπναγωγών κ.τ.τ.
  Στην Ελλάδα των νεωτέρων χρόνων τα μέτρια πληθυσμιακά και μικρά οικονομικά μεγέθη ήσαν δυσμενή για την τεχνική τελειοποίηση του λαϊκού συστήματος κεράμωσης (το οποίο ανακριβώς ονομάζεται «βυζαντινά κεραμίδια»). Τούτο παρέμενε πάντοτε στην στοιχειώδη μορφή των μικρών στενόμακρων στοιχείων που αδιακρίτως τοποθετούνται «από κάτω» και «από πάνω». Η κατάσταση δεν άλλαξε ούτε με την έλευση του κλασικισμού και την εμφάνιση κτηρίων σχεδιασμένων από επαγγελματίες αρχιτέκτονες, οι οποίοι σχεδίασαν μεταξύ άλλων και την άνω απόληξη των όψεων κατά τους κανόνες της αρχαίας αθηναϊκής αρχιτεκτονικής. Σε ελάχιστες μόνον περιπτώσεις παρήχθησαν κέραμοι στρωτήρες και καλυπτήρες κατά οικονομική έστω επανάληψη των αρχαίων μορφών (όπως π.χ. για το κτήριο της Ακαδημίας από τους Th. Hansen και E. Ziller) και επομένως το μόνο αληθινά νέο αρχαιοπρεπές στοιχείο της κεράμωσης  των αστικών κτηρίων στην Ελλάδα κατά τον 19ο αι. και στις αρχές του 20ου  ήσαν τα όμορφα ακροκέραμα, σχεδιασμένα αρχικά από τους πρωτοπόρους του αθηναϊκού κλασικισμού και αργότερα από άλλους με μικρότερη γνώση των κανόνων.
  Το ακροκέραμο είχε στην Ελλάδα του 19ου αι. πολύ μεγαλύτερη διάδοση και διάρκεια, ενώ φαίνεται να σπανίζει στην λοιπή Ευρώπη.  Εκτός αυτού, κυρίως κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ο αι., χάρις και στις δυνατότητες της βιομηχανικής παραγωγής, στοιχεία συναφή προς το ακροκέραμο, δηλαδή με έλικες και ανθέμια, απαντούν επί το πλείστον στην κορυφαία ακμή της στέγης πλείστων κτηρίων της Δυτικής Ευρώπης και σχεδόν ποτέ επί του γείσου. Περιέργως κάτι ανάλογο συνέβαινε και κατά την αρχαιότητα: τέτοια κοσμήματα κατά μήκος της κορυφαίας ακμής ήσαν συχνά στις στέγες ετρουσκικών κτηρίων, αλλά σπανιότατα σε στέγες ελληνικών ναών. Για αυτό το φαινόμενο, αρχαίο και νεώτερο, δύναται να λεχθεί ότι έχει κάποια σχέση και με την κλίση της στέγης.  Όταν η κλίση είναι μικρή η κορυφαία ακμή φαίνεται μόνο από μεγάλη απόσταση, δυσμενή για παρατήρηση λεπτομερειών. Από μικρότερη απόσταση, ευνοϊκή για παρατήρηση λεπτομερειών, φαίνεται, προβαλλόμενη στον ουρανό, μόνον η κάτω απόληξη της στέγης. Από την ίδια ευνοϊκή απόσταση, όταν η κλίση είναι μεγάλη, η κάτω απόληξη προβάλλεται στην επιφάνεια της στέγης, ενώ στον ουρανό προβάλλεται η κορυφαία γραμμή, καλώς ορατή και επομένως πρόσφορη για διακόσμηση. Ας προστεθεί ακόμη, ότι σε τόπους με συχνή χιονόπτωση είναι τεχνικώς επιθυμητά λεπτά γραμμικά μεταλλικά στοιχεία στην άκρη της κεράμωσης για τον έλεγχο της σώρευσης και εν συνεχεία της τήξης του χιονιού, ενώ ογκώδη, όπως τα ακροκέραμα θα ευνοούσαν μια ανεπιθύμητη παχύτερη σώρευση. Μια άλλη σκέψη είναι ότι σε μεγάλο ύψος τα ακροκέραμα δεν είναι αισθητικώς αποτελεσματικά. Πάντως πέραν αυτών των λογικών εξηγήσεων η διαφορετική μεταχείριση των διακοσμητικών στοιχείων έχει ρίζες και στις διαφορετικές τοπικές παραδόσεις. Τα κοσμήματα της κορυφαίας ακμής της ετρουσκικής στέγης, ορατά χάρις σε μια κλίση πολύ ισχυρότερη εκείνης των στεγών των ελληνικών ναών, φαίνεται ότι κατά κάποιον τρόπο συνεχίζουν μια παράδοση παλαιότερων ιταλικών στεγών με ξύλινη επικάλυψη και κόσμηση. Αντιθέτως, στα κτήρια της ιταλικής Αναγέννησης δεν υπάρχουν ακροκέραμα επειδή σε αυτά τα κτήρια οι κεραμοσκεπές δεν υπήρξαν πεδίο νέας αρχιτεκτονικής, αλλά απλώς ήσαν μια επανάληψη εκείνων του όψιμου Μεσαίωνα.  Αλλά ενώ για όλα αυτά τα ερωτήματα ή φαινόμενα δεν υπάρχει περισσότερος χώρος στην παρούσα σύντομη εισαγωγή, είναι προτιμότερο να επιστρέψουμε στα νεοελληνικά ακροκέραμα.
  Οι καταβολές των νεοελληνικών ακροκεράμων βρίσκονται σε ένα περιορισμένο αριθμό μικρών δειγμάτων της κλασικής εποχής, τα οποία πολύ ενωρίς (1832) είχαν προσελκύσει την προσοχή των αρχιτεκτόνων Στ. Κλεάνθους, E. Schaubert και Ch. Hansen, αλλά και άλλων, μεταξύ των οποίων οι L. von Klenze (1834), Th. Hansen, Fr. von Gaertner, Λ. Καυταντζόγλου (1838 κ.ε.), Π. Κάλκος και Ε. Ziller (1860 κ.ε.). Κοινό γνώρισμα των πλείστων ακροκεράμων που σχεδίασαν αυτοί οι αρχιτέκτονες ήταν μια διάταξη δύο αντίθετων ελίκων, απλών ή σύνθετων, και ενός ανθεμίου τοποθετημένου ψηλότερα. Σήμερα είναι φανερό ότι τα νεοελληνικά ακροκέραμα αντιστοιχούν σε ελάχιστο μέρος της ποικιλίας των αρχαίων. Όμως στις αρχές του 19ου αι. η ποικιλία αυτή παρέμενε άγνωστη μαζί με το μεγαλύτερο μέρος της αρχαϊκής τέχνης. Προς το τέλος του 19ου αι. συστηματικότερες αρχαιολογικές έρευνες άρχισαν να συνθέτουν την ευρύτερη εικόνα, και να επεκτείνουν τον κατάλογο των αρχαίων ακροκεράμων, αλλά εν τω μεταξύ ο επίσημος αρχιτεκτονικός κλασικισμός είχε παρέλθει. Ωστόσο και χωρίς την πραγματική ανανέωση που θα επέτρεπε η καλλιτεχνική εκμετάλλευση των νέων αρχαιολογικών ευρημάτων, και ενώ ο κλασικισμός είχε προ πολλού λήξει, βιοτέχνες με τη βοήθεια ανώνυμων καλλιτεχνών εξακολουθούσαν να παράγουν παραλλαγές των πρώτων νεοκλασικών ακροκεράμων για νέες οικοδομές που ακόμη και μετά το 1910 διατηρούσαν ακόμη κάτι από τον νεοελληνικό κλασικισμό.
  Το τέλος της ιστορίας των ακροκεράμων ήταν άδοξο. Η έλευση της Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής και της τεχνολογίας του οπλισμένου σκυροδέματος συνδυάσθηκε ατυχώς με την επιδίωξη εντατικότερης οικοδομικής-οικονομικής εκμετάλλευσης της αστικής γης, ακόμη και εκεί όπου ήδη έστεκαν ωραία, αλλά χαμηλότερα κτήρια, νεοκλασικά επί το πλείστον, ηλικίας τριών, δύο ή και μόνον μιας γενεάς. Με την κατεδάφισή των χάθηκαν ανεπιστρεπτί και τα έξοχα διακοσμητικά στοιχεία τους και μόνον σε κάποιες περιπτώσεις αυτά φυλάχθηκαν ως συλλεκτικά αξιόλογα αντικείμενα, φορείς μνήμης και μάρτυρες μιας καλλιτεχνικής ακμής, αλλά και ατυχίας. Ευτυχώς κάποιοι λιγοστοί, ιστορικοί, καλλιτέχνες, μελετητές της πόλεως και της αρχιτεκτονικής της, φωτογράφοι και συλλέκτες, προσπάθησαν με ποικίλους τρόπους να διασώσουν κατά τις δυνάμεις τους πληροφορίες, εικόνες, μαρτυρίες και υλικά δείγματα, μεταξύ των οποίων τα ακροκέραμα έχουν εξέχουσα θέση.  Από τις ιδιωτικές συλλογές περάσαμε ήδη σε μεγαλύτερα δημόσιας χρήσεως αρχεία εγγράφων, παλαιών φωτογραφιών και σχεδίων (π.Χ. Μουσείου Μπενάκη, ΕΛΙΑ κ.α.), αρχιτεκτονικά μέλη νεοκλασικών κτηρίων, επί το πλείστον μαρμάρινα, διασώζονται σε ιδιωτικές συλλογές αλλά και σε μια κρατική (ΥΠΠΟΤ) και ακροκέραμα ή άλλα κεραμοπλαστικά νεοκλασικά στοιχεία συγκεντρώνονται με φροντίδα και αγάπη από πλείστους συλλέκτες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: