Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

ΤΥΠΟΛΟΓΙΕΣ ΑΚΡΟΚΕΡΑΜΩΝ

  Παρά την τεράστια ποικιλία,είναι δυνατή η σύνταξη μιας τυπολογίας ακροκεράμων και η κατάταξή τους σε οικογένειες, βάσει των κοινών συνθετικών χαρακτηριστικών, και σε ομάδες, με κριτήριο τις παραλλαγές των επιμέρους στοιχείων.

  Α. Η οικογένεια Α χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη του ανθεμίου, που κυριαρχεί στην όλη σύνθεση. Μπορούμε να διακρίνουμε έξι επιμέρους ομάδες.

  Α1. Η σύνθεση των ακροκεράμων της ομάδας Α1 χαρακτηρίζεται από τριμερή διάρθρωση σύμφωνα με τον κλασσικό κανόνα. Πρόκειται για έργο του Theophil von Hansen, που στη συνέχεια παραλλάχθηκε, κατά πάσαν πιθανότητα από τον E. Ziller. Την βάση συνιστά μιά ευθύγραμμη ταινία, η πλίνθος, τον κορμό δύο αντίνωτες σπείρες διπλής καμπυλότητας, που διακοσμούνται με βλαστήματα, και την στέψη ανθέμιο με δεκατρία φύλλα με καμπύλες απολήξεις που φύεται από λοβό, κάλυκα ή άλλο ανθέμιο μικρότερου μεγέθους. Η σύνθεση, απόλυτα ισσοροπημένη, στηρίζεται σε σαφή γεωμετρική χάραξη. Η οργανικότητα της, οφείλεται στην ορθή αλληλοτομία των σχημάτων, ενώ τα "εξαιρετικά" της σημεία συμπίπτουν με τις πυκνώσεις των γραμμών, των χαράξεων και τις εντάσεις των φωτοσκιάσεων. Το ύψος των ακροκεράμων της είναι περιπου 25 εκ. Αξίζει να σημειωθεί οτι δείγματα με παρόμοια σύνθεση, αλλά μικρότερο μέγεθος, δεν αποτελούν ομοιόμορφες σμικρύνσεις των προτύπων, αλλά υπολογισμένες προσαρμογές του αρχικού σχεδίου στη νέα κλίμακα. Η ομάδα αυτή είναι χρονολογικά πρωιμότερη.



Τυπικό ακροκέραμο της ομάδας Α1.





  Α2. Η σύνθεση των ακροκεράμων της ομάδας Α2 διατηρεί την τριμερή διάρθωση και μερικά απο τα κύρια στοιχεία της προηγούμενης. Το ύψος των ακροκεράμων της παραμένει στα 25 εκ. περίπου, η κλίμακά τους όμως είναι διαφορετική. Οι μορφές είναι πιο αδρές και η παρουσία τους πιο έντονη. Ως εκ τούτου, τα φύλλα του ανθεμίου περιορίζονται σε ένδεκα, με οξείες απολήξεις, τα βλαστήματα έχουν εν μέρει καταργηθεί και το μικρό ανεστραμμένο ανθέμιο που υπάρχει στον κορμό των ακροκεράμων της προηγούμενης ομάδας, έχει συνενωθεί με τον λοβό του κυρίως ανθεμίου. Η ομάδα αυτή χρονολογικά είναι σύγχρονη της προηγούμενης, αλλά χρησιμοποιείται κυρίως κατά την περίοδο 1870-1880.



Τυπικό ακροκέραμο της ομάδας Α2.


                                        


  Α3. Η σύνθεση των ακροκεράμων και της ομάδας Α3 ακολουθεί την τριμερή διάρθωση και συνδυάζει στοιχεία των δύο προηγούμενων σε ένα νέο σύνολο. Χαρακτηριστικό της είναι οι επάλληλοι κάλυκες, που καλύπτουν το μεταξύ των σπειρών του κορμού κενό και απ' όπου φύεται το κύριο ανθέμιο της στέψης. Μια εκλεπτυσμένη διακοσμητική διάθεση και πρωτοτυπία υπάρχει στη μορφή των συνθετικών στοιχείων, που δομούνται με συνοχή βάσει συστήματος ελλείψεων, κύκλων και δεσμών ευθειών, πράγμα που αποθαρρύνει τις παραλλαγές. Δεδομένου ότι τα καλύτερα δείγματα της ομάδας αυτής προέρχονται από το εργαστήριο του Δ. Σαρρή, μπορεί να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για δημιουργία του E. Ziller, που βασίστηκε στα ακροκέραμα του Th. Hansen για το Ζάππειον.
 Η ευθύγραμμη πλίνθος καθιστά τα ακροκέραμα των ομάδων Α1, Α2 και Α3 κατ έξοχην κατάλληλα για τοποθέτηση επάνω σε γείσα, δηλαδή σε επίπεδη επιφάνεια, ανεξάρτητα από τα κεραμίδια της στέγης.
Αντίθετα δημιουργεί προβλήματα στις περιπτώσεις απ' ευθείας τοποθετήσεως επάνω στους στρωτήρες.
Η επίλυση αυτού του ζητήματος επιτυγχάνεται με την κατάργηση της πλίνθου στα ακροκέραμα των ομάδων, που ακολουθούν, με παράλληλη διατήρηση των περισσοτέρων από τα άλλα στοιχεία.



Τυπικό ακροκέραμο της ομάδας Α3.



                                        
  Α4. Στα  ακροκέραμα της ομάδας Α4 στη θέση της βάσης και του κορμού υπάρχει μιά συμμετρική σύνθεση δύο καλύκων ή φυτόμορφων κόμβων, απ' όπου φύονται τέσσερεις σπείρες, ενώ στη στέψη διατηρείται το ανθέμιο με ένδεκα ώς δεκαεπτά φύλλα. Όταν τα ακροκέραμα αυτά τοποθετούνται επάνω στους στρωτήρες λακωνικου τύπου (με ελαφριά καμπυλότητα) ή βυζαντινού (με έντονη), οι κάλυκες εμφανίζονται σαν συνέχεια των καμπύλων όψεων των στρωτήρων.
 Σε μερικά δείγματα οι δύο εσωτερικές σπείρες μεταλλάσσονται και σχηματίζουν πλαίσιο για ένα ρόδακα, ενώ σε άλλα οι κόμβοι έχουν επιμηκυνθεί και οι σπείρες έχουν αντικατασταθεί από πλοκάμους, για να δημιουργήσουν μιά σύνθεση πρωτότυπη, που προσεγγίζει την όψη και το πνεύμα ορισμένων αρχαίων έργων και παρουσιάζει σχηματοποίηση, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί τον οργανικό χαρακτήρα της.

                         

Τυπικό ακροκέραμο της ομάδας Α4.

Τυπικό ακροκέραμο της ομάδας Α4.
                                                        
                                                     


  Α5. Ούτε εδώ ακολουθείται η τριμερής διάρθρωση. Υπάρχει  μόνο κορμός,  που αποτελείται από δύο σπείρες, και στέψη, με ιδιαίτερα τονισμένο λοβό και ανθέμιο. Προσπάθεια να υποκατασταθεί η βάση γινόταν με κονίαμα κατά την τοποθέτηση. Είναι εμφανής, παρ' όλες τις αλλοιώσεις, η προέλευση των ακροκεράμων αυτής της ομάδας από τα μαρμάρινα ακροκέραμα του Παρθενώνος.
Οι παραλλαγές είναι πολλές. Δημιουργούνται με την ελάττωση των φύλλων του ανθεμίου και την επέκταση των σπειρών, την ένωσή τους σε ενιαίο σχηματισμό, την κάμψη των φύλλων του ανθεμίου προς το κέντρο, την αντικατάσταση του λοβού με ένα κωνοειδές φυτικό στοιχείο. Κάποτε θυμίζουν τους κλασσικούς προγόνους τους. Άλλοτε πάλι επικρατούν εκλεκτικιστικά διακοσμητικού χαρακτήρα στοιχεία, που δεν στερούνται κομψότητας και πρωτοτυπίας. Η παρουσία των ακροκεράμων αυτής της ομάδας καλύπτει μια μακρά περίοδο. Πυκνώνει απο το 1900 και μετά σε σπίτια λαικά.

                                           
Τυπικό ακροκέραμο της ομάδας Α5.
                                                   
                                                    

Τυπικό ακροκέραμο της ομάδας Α5.


  Τυπικό ακροκέραμο της ομάδας Α5.


                                                   

  Α6. Αποτελείται από μία σειρά ακροκεράμων ύψους 11-16 εκ., που χρησιμοποιούνταν σε στοιχεία ή τμήματα κτηρίων μικρότερης κλίμακας, όπως απολήξεις κλιμακοστασίων, αττικά κλπ. αλλά και κατά τον συνήθη τρόπο, κυρίως κατά την όψιμη περίοδο, σε κτήρια εκλεκτικιστικά. Η τριμερής διάταξη διατηρείται, με υποτυπώδη τον κορμό, ενώ εμφανής είναι η επίδραση του γαλλικού κρινάνθεμου (fleyr-de-lys) στη σύνθεση του ανθεμίου.



Τυπικό ακροκέραμο της ομάδας Α6, με πρότυπο το γαλλικό κρινάνθεμο.

                                                    
Τυπικό ακροκέραμο της ομάδας Α6, με πρότυπο το γαλλικό κρινάνθεμο.

Τυπικό ακροκέραμο της ομάδας Α6, με πρότυπο το γαλλικό κρινάνθεμο.

Τυπικό ακροκέραμο της ομάδας Α6, με πρότυπο το γαλλικό κρινάνθεμο.


  Β. Η οικογένεια Β διατηρεί τον γενικό τύπο της προηγούμενης ενότητας, την θέση όμως του λοβού παίρνει ένα προσωπείο, που αποκτά σημαντικές διαστάσεις και γίνεται το κυρίαρχο στοιχείο του συνόλου. Διακρίνουμε τρείς επιμέρους ομάδες.


 Β1. Η ομάδα Β1, με ακροκέραμα ύψους 25-30 εκ. περίπου, χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ενος γενειοφόρου προσωπείου μικρών διαστάσεων, στη θέση του λοβού. Τα δείγματα που την αποτελούν, πρέπει να χρονολογηθούν κυρίως στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Δεν μπορούμε να ταυτίσουμε με βεβαιότητα το πρόσωπο που απεικονίζουν. Πρόκειται ίσως για τον Ήφαιστο ή τον Δία. Φαίνεται όμως πιθανότερη η ταύτιση με το Διόνυσο, θεό που λατρεύτηκε ιδιαίτερα στην Αθήνα, όπου άλλωστε απαντούν συχνότερα τα ακροκέραμααυτής της ομάδας, ή κάποια διονυσιακή θεότητα, καθώς η βαρειά έκφραση του προσωπείου μερικών δειγμάτων, με τα μικρά μάτια, τα παχειά βλέφαρα και χείλη και το αφηρημένο βλέμμα θυμίζει μεθυσμένους ηλικιωμένους άνδρες και, βέβαια, τις αντίστοιχες παραστάσεις του Διονύσου και των Σατύρων. Υπέρ αυτήςτης ερμηνείας συνηγορεί και η ταύτιση των αντίστοιχων προσωπείων, που συναντούμε σε αρχαία ακροκέραμα, με τον Πάνα ή τους ακολούθους του. Άλλα δείγματα, πάλι, θυμίζουν κεφαλές ερμαικών στηλών, ή και ελληνιστικά πορτραίτα.



Ακροκέραμο της ομάδος Β1. Παρ' όλη την έντονη εκφραστικότητα του γενειοφόρου ανδρός, δεν μπορούμε να ταυτίσουμε τη μορφή με κάποιο συγκεκριμένο πορτραίτο.



Ακροκέραμο της ομάδος Β1. Ούτε κι εδώ, η έντονη και "ζωντανή" έκφραση μας επιτρέπει να εξάγουμε κάποιο συμπέρασμα. Είναι εμφανέστατη η ομοιότητα του προσωπείου με πορτραίτα της αρχαιότητος.



  Β2. Τα ακροκέραμα της ομάδας Β2, ύψους 22-26 εκ. περίπου, χαρακτηρίζονται από την παρουσία ενός αγένειου προσωπείου, που ο Σ. Λυδάκης ταυτίζει με το προσωπείο του Ερμού. Θεωρεί οτι προορίζονταν αρχικά για εμπορικά κτήρια, στο χαρακτήτα των οποίων αντιστοιχούσε και η ύπαρξη του προσωπείου του θεού του εμπορίου. Ωστόσο, η υπόθεση αυτή δε φαίνεται να ευσταθεί απόλυτα. Είναι σχετικά λίγα τα εμπορικά κτήρια, που φέρουν  ακροκέραμα αυτής της ομάδας, ενώ, αντιθέτως αυτά είναι συνηθέστατα σε λαικά σπίτια, που ασφαλώς δεν έχουν καμμία σχέση με εμπορικές συναλλαγές και όπου κανείς θα περίμενε να δει το προσωπείο της Εστίας ή έστω της Αθηνάς, οπωσδήποτε όμως όχι του Ερμού. Αλλά και ο πέτασος, αυτό δηλαδή που οδηγεί στην ταύτιση του προσωπείου με τον Ερμή, μπορεί σε έναν αριθμό δειγμάτων της ίδιας ομάδας να εκληφθεί ως αφαιρετική και σχηματοποιημένη απόδοση της κόμμωσης και των πτερυγίων των Γοργονείων της όψιμης αρχαιότητας, εντύπωση, που ενισχύεται αν προσέξουμε τα ορθάνοιχτα μάτια και το στρογγυλό σχήμα του προσώπου και ερμηνεύσουμε τους μίσχους των βλαστημάτων, που βρίσκονται στο κάτω μέρος των προσωπείων ως σώματα φιδιών, ανάλογα με αυτά των Γοργονείων. Σε κάποια άλλα δείγματα, πάλι, τα προσωπεία θυμίζουν αρχαίες κωμικές μάσκες. Οι προηγούμενες παρατηρήσεις υπαινίσσονται την ύπαρξη, δίπλα στο ευρύτερα διαδεδομένο προσωπείο του Ερμού, δύο ή και περισσοτέρων άλλων προτύπων, που αλλοιώθηκαν και εξομοιώθηκαν από τους λαικούς πηλοπλάστες, τους δημιουργούς των περισσοτέρων δειγμάτων αυτής της ομάδας, σε βαθμό που να είναι δύσκολη και αμφισβητήσιμη, όχι μόνον η ταύτιση, αλλά και η ίδια η αναγνώρισή τους. Η ομάδα αυτή χαρακτηρίζεται από τα άφθονα λαικά στοιχεία και την μάλλον πρόχειρη και συχνα απλοική επεξεργασία. Η ποικιλία των παραλλαγών των διαφόρων στοιχείων, στη μορφή, το μέγεθος τις σχέσεις με το σύνολο, ξεπερνά κάθε προηγούμενο. Τα αισθητικά αποτελέσματα είναι άνισα. Χρονολογικά καταλαμβάνει την περίοδο από το 1900 ώς το 1930 περίπου.



Ακροκέραμο της ομάδος Β2. Μεγάλου μεγέθους, έντονης πλαστικότητας και ιδιαιτέρως προσεγμένης εκτέλεσης.


Ακροκέραμο της ομάδος Β2. Καλή προσπάθεια να αποδοθούν "κλασσικά" χαρακτηριστικά στο προσωπείο.


Ακροκέραμο της ομάδος Β2 με κωμικό προσωπείο.


Ακροκέραμο της ομάδος Β2. Δείγμα μικρού μεγέθους και λαικότροπης εμφάνισης.


Ακροκέραμο της ομάδος Β2. Ιδιαιτέρως μικρού μεγέθους, απλοικής μορφής, "φτωχής" εκτελέσεως και σχηματοποιημένων χαρακτηριστικών, υποδεικνύει την λαική του προέλευση και κατασκευή.



  Β3. Τα ακροκέραμα της ομάδας Β3 χαρακτηρίζονται από την παρουσία ενός γυναικείου προσωπείου, που δεν μπορε'ι να ταυτιστεί με συγκεκριμένη θεότητα, ή μυθολογικό ή ιστορικό πρόσωπο. Σε ορισμέμνα δείγματα, στοιχεία όπως η διάπλαση των μαλλιών, τα μεγάλα μάτια και μια γενική δαιμονική όψη, θυμίζουν ίσως αντίστοιχες λεπτομέρειες των ελληνιστικών Γοργονείων. Αλλά και η καταγωγή του προσωπείου εν γένει μπορεί να συσχετισθεί με συναφή ελληνιστικά πρότυπα και, πιο συγκεκριμένα, μετον τύπο μιας σειράς όψιμων επικράνων σύνθετου κορινθιακού ρυθμού από την Μ. Ασία, που σταδιακά διαδίδεται σε ευρύτερες περιοχές και επιζεί ώς τον 6ον αι. μ.Χ. και όπου έχουμε παρόμοια προσωπεία στο κέντρο  της συνθέσεως. Η πιθανότερη ερμηνεία για την καταγωγή τους θα πρέπει μάλλον να αναζητηθεί και πάλι  στην Ιταλία και συγκεκριμένα σε ακροκέραμα με γυναικείες κεφαλές πλέον, και όχι προσωπεία, του 4ου αι. π.Χ. Η λόγια προέλευση επιβεβαιώνεται και από την αυστηρή προσήλωση των περισσοτέρων συνθέσεων σε άρτια πρότυπα ρυθμού. Τα περισσότερα από τα ακροκέραμα αυτής της ομάδας προέρχονται από εργαστήρια των Πατρών, όπου και γνώρισαν τη μεγαλύτερη διάδοση. Είναι φτιαγμένα αποκλειστικά από ανοιχτόχρωμο ξανθό πηλό. Χρονολογικά τοποθετούνται στην περίοδο μετά το 1880 και έως το 1900.



Ακροκέραμο της ομάδος Β3. Από πατρινό εργαστήριο. Ακροκέραμο μεγάλου μεγέθους με έντονη πλαστικότητα. Ο τύπος περιλαμβανει πολλές ποικιλίες όσον αφορά το μέγεθος και την ποιότητα.


Ακροκέραμο της ομάδος Β3. Από την περιοχή του Πειραιά.



  Γ. Η οικογένεια Γ, ιδιαίτερα ετερογενής, χαρακτηρίζεται από την έλλειψη του ανθεμίου. Περιλαμβάνει μια ομάδα ακροκεράμων "με τα βελανίδια", ύψους περίπου 22 εκ., μια ομάδα νεογοτθικών εξαρτημάτων για κορυφαίους καλυπτήρες, μια ομάδα ακροκεράμων με φυτικά θέματα, τα λεγόμενα "μαργαρίτες", ύψους περίπου 17 εκ. και μεμονωμένα δείγματα. Χρονολογικά τα ακροκέραμα αυτά, με τον ρομαντικό και βόρειο χαρακτήρα, τοποθετούνται στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Η χρήση τους ήταν περιορισμένη. Ειδικότερα, η ομάδα "με τα βελανίδια" χαρακτηρίζεται από μια σύνθεση φύλλων και καρπών βελανιδιάς μέσα σε πλαίσιο. Μπορεί να μην υπάρχει πια το ανθέμιο, έχει διατηρηθεί όμως ο φυτικός κόσμος ως πηγή εμπνεύσεως. Διατηρείται η τριμερής διάρθρωση σε βάση, κορμό και στέψη.



Ακροκέραμο της ομάδος Γ, από το εργαστήριο του Ι. Λεβαντή.


Ακροκέραμο της ομάδος Γ, από το εργαστήριο του Κ. Βασσάλου με χρονολογία 1900.


Ακροκέραμο της ομάδος Γ, το οποίο διατηρεί τη χαρακτηριστική καρδιόσχημη στέψη, αλλά με την προσθήκη ενός σχηματοποιημένου αναγλύφου ανθεμίου εντός του. Θυμίζει αρχαίο σχέδιο, η προσθήκη όμως ενός ρόδακος αποτελεί το νεωτεριστικό στοιχείο.


Μικρόσχημο ακροκέραμο της ομάδος Γ. Κεντρικό διακοσμητικό του θέμα, είναι το στυλιζαρισμένο άνθος. Τυπικά ακροκέραμα της περιοχής της Χαλκίδος.



ΣΦΡΑΓΙΔΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σφραγίδες και οι ολιγογράμματες επιγραφές, που φέρουν πολλά ακροκέραμα, στην κύρια ή στην πίσω όψη τους. Τοποθετούνται στην ταινία, τη βάση της συνθέσεως, είτε στο κενό που αφήνουν οι έλικες, το ανθέμιο και τα άλλα διακοσμητικά στοιχειά. Γι αυτό και απουσιάζουν από τις όψεις ακροκεράμων, που δεν έχουν πλίνθο ή ελεύθερο βάθος. Αποτελούν μια ένδειξη του εργαστηρίου παραγωγής του ακροκεράμου, ολόγραφη ή συντομευμένη. Μερικές φορές αναφέρονται χρονολογία και τόπος κατασκευής ή κάποια κωδική αρίθμηση του προϊόντος στο πίσω μέρος. Δεν λείπουν και επιφωνήματα, κάθε άλλο παρά...κλασσικά,όπως  αχ-βαχ, στην κύρια μάλιστα όψη του ακροκεράμου,ούτως ή άλλως αθέατα από απόσταση.
Οι επιγραφές στις όψεις είναι σχεδόν πάντοτε εξώγλυφες. Γίνονται με κατάλληλη εξαρχής κατασκευή της μήτρας. Οι εσώγλυφες επιγραφές, που αποτελούν τον χωρίς εξαίρεση κανόνα για όσες επιγραφές βρίσκονται στην αφανή πίσω όψη, γίνονται (πέρα από την κατάλληλη διάπλαση της μήτρας της οποίας συχνά δηλώνουν και τον κωδικό αριθμό) είτε με αιχμηρό όργανο είτε με σφραγίδες πάνω στο νωπό πηλό. Σταθεροποιούνται με το ψήσιμο. Τα γράμματα είναι πάντα κεφαλαία. Μερικές φορές, όταν το όνομα αναγράφεται πλήρως, το πρώτο γραμμα κάθε λέξεως έχει ύψος μεγαλύτερο από τα επόμενα. Μικρά γράμματα χρησιμοποιούνται μόνο από το εργαστήριο Γ.Γ. για να δηλώσουν την έδρα του, τον Πειραιά. Ο χαρακτήρας των γραμμάτων είναι απλός. Σπανίζουν τα αρχαίζοντα στοιχεία, ενώ δεν λείπουν και τα καλλιγραφικά γράμματα. Σκοπός της υπάρξεως των επιγραφών αυτών ήταν η ένδειξη  της προελεύσεως του ακροκεράμου, ίσως και η διαφήμιση. Κάποτε όμως η παρουσία των επιγραφών, με τις σκιές των γραμμάτων, καθησυχάζει τον φόβο του κενού που χαρακτηρίζει την λαϊκή τέχνη. Παραθέτουμε εδώ ταξινομημένες κατά εργαστήριο τις επιγραφές που μας είναι γνωστές και επιχειρούμε τον συσχετισμό τους με ονόματα γνωστών εργαστηρίων.



.Α.Β  (Α. Βαλσαμής, Πάτρα)
Α.Λ.Ν, ΑΝ, Α.Ν, Α.Ν  (Αργύρης Νάστος, Αθήνα)
Α ΝΑΣΤΑΣ ΧΑΛΚΙΣ (Α. Νάστας, Χαλκίδα)
Γ. ΑΡ[;]ΙΔΗΣ 
Γ.Ι.  (Ιω. Γεωργούλης, Αθήνα, περιοχή Ρούφ)
ΓΓ, Γ.Γ, Γ.Γ., ΓΓ Πειρα[ιεύς],  ΓΓ Πειραιεύς, Πειραιεύς 1880
.ΔΛ, Δ.Λ.Λ (Δεγελής (;) Αθήνα, περιοχή Βύθουλα)
ΔΣ, ΔΣ, Σ [αντεστραμμένο] Δ (Δημήτριος Σαρρής, Αθήνα)
ΕΘΑ
Ε[;]Τ (Το μεσαίο γράμμα δυσδιάκριτο) 
Ε.Φ.ΕΒ.Μ.ΕΤ
Η.Ψ  1884
Ι.Κ ΠΑΤΡΑΙ
ΚΒ ( Κ.Βασσάλος Αθήνα, περιοχή Αγ. Σάββα και Ιερά οδός)
ΚΕΡΑΜΟΠΟΙΕΙΟΝ ΑΘΗΝΩΝ Ζ.Π. ΚΟΜΗΝΟΣ (Ζαχ. Κομηνός)
ΛΕΒΑΝΤΗΣ, Ι.Ν. ΛΕΒΑΝΤΗΣ,  ΙΛ, Ι.Ν.Λ  ( Ι.Λεβαντής, Αθηνα, Ιερά Οδός)
:Ν ΠΝ:
Ν.ΠΠ
ΣΓ
ΣΤ ΜΠ, ΣΤ.ΜΠ, ΤΣ: ΜΠΟΥΡΙΤΗΣ (Στ. Μπουρίτης, Αθήνα)
.Τ.Τ.Π
Φ.Λ
Χ.Χ




.

Δεν υπάρχουν σχόλια: