Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΣΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ Μ. ΑΣΙΑ



Κεραμική στην Οθωμανική Μ. Ασία (Νίκαια - Τσανάκκαλε)







 Νίκαια
  Το 310 π.Χ. ο Λυσιμαχος, ένας από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ίδρυσε στα βορειοδυτικά της μικρασιατικής Χερσονήσου (απέναντι από την περιοχή του Βυζαντίου) μία πολιτεία. Την ονόμασε Νικαια.  Αποτέλεσε σημαντική ρωμαϊκή πόλη, ενώ υπήρξε για αρκετά χρόνια πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους σταυροφόρους το 1204. Στις αρχές του 13ου αιώνα έπεσε στα χέρια των Σελτζούκων, ώσπου το 1331 καταλήφθηκε οριστικά από τους Οθωμανούς. Σύντομα έγινε ο βασικός τόπος παραγωγής κεραμικών προϊόντων, αγγείων και πλακιδίων για τη νεοσύστατη αυτοκρατορία. Η κεραμική παράδοση στην πόλη ήταν, άλλωστε, μια πραγματικότητα ήδη από τους Βυζαντινούς χρόνους. Η φήμη και η δραστηριότητα του συγκεκριμένου αγγειοπλαστικού κέντρου γιγαντώθηκε σταδιακά μέσα στο 14ο και 15ο αιώνα, για να κορυφωθεί το 16ο αιώνα, επί της βασιλείας του Σουλεϊμάν του Νομοθέτη.
  Κυρίαρχο ρόλο στην εξέλιξη του Ιζνίκ (η Νίκαια στα τουρκικά) σε μεγάλο αγγειοπλαστικό κέντρο έπαιξε το κομβικό σημείο στο οποίο βρίσκεται ο οικισμός: πάνω στους κύριους οδικούς άξονες που ένωναν την Κωνσταντινούπολη με την Ανατολία μέχρι το 17ο αιώνα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο άλλωστε, όταν το 17ο αιώνα συντελέστηκε η μετατόπιση των οδικών αξόνων στην περιοχή, η μικρή αλλά μέχρι τότε σημαντική πολιτεία άρχισε σταδιακά να παρακμάζει. Εξίσου σημαντική προϋπόθεση όμως για την ανάπτυξη κάποιου αγγειοπλαστικού κέντρου σε έναν τόπο είναι η ύπαρξη των τριών βασικών για την κεραμική πρώτων υλών: Αργιλόχωμα, νερό και καύσιμη ύλη.
  Στην περίπτωση του Ιζνίκ, το νερό είναι άφθονο στην περιοχή, όπως και η κατάλληλη για την όπτηση των αγγείων ξυλεία. Αξίζει να αναφερθεί ότι η λίμνη δίπλα στην οποία απλώνεται η πόλη είναι η πέμπτη σε μέγεθος στην Τουρκία, ενώ η περιοχή του Ιζνίκ φημίζεται για τη χωρίς ρητίνες ξυλεία που προμήθευε σχεδόν αποκλειστικά την Κωνσταντινούπολη και μέχρι πρόσφατα κάλυπτε και τις ανάγκες για την κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου.     Άφθονος στην περιοχή ήταν και ο πυριτόλιθος, πέτρωμα απαραίτητο για την κατασκευή της ιδιαίτερης υαλώδους συνταγής του πηλού των αγγείων του Ιζνίκ. Εντύπωση προκαλεί, από την άλλη, το γεγονός ότι τόσο το αργιλόχωμα όσο και οι χρωστικές, και κυρίως η σόδα, που ήταν απολύτως απαραίτητη για την κατασκευή του πηλού των κεραμικών, έπρεπε να μεταφερθούν από μακριά. Η μέριμνα για την προμήθεια των υλικών αυτών βάραινε, όπως όλα δείχνουν, την ίδια την Υψηλή Πύλη, και αυτό ακριβώς το στοιχείο της λειτουργίας των εργαστηρίων του Ιζνίκ τα χαρακτηρίζει ως κατεξοχήν «παλατινά», σε αντίθεση με τα πιο αυτόνομα της Κιουταχεια και του Τσανακκαλε.

    









 Η παραγωγή – τα αντικείμενα


  Τα εργαστήρια του Ιζνίκ παρήγαν δύο ειδών κεραμικά αντικείμενα: πλακίδια για την επένδυση τοίχων και αγγεία καθημερινής χρήσης, επιτραπέζια και άλλα. Στην ίδια την Τουρκία είναι ελάχιστα τα δείγματα αυτών των τελευταίων.  Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στις πυρκαγιές που κατέστρεψαν επανειλημμένα την Κωνσταντινούπολη, τόσο στους τρεις αιώνες κατά τους οποίους αυτή υπήρξε ο κύριος παραγγελιοδότης των εργαστηρίων του Ιζνίκ, αλλά και αργότερα. Η θεωρία αυτή, που επικρατεί σήμερα, επιβεβαιώνεται και από τα ανασκαφικά δεδομένα.
Αντίθετα, τα πλακίδια επένδυσης τοίχων είναι άφθονα και συναντώνται σε πολλά κτήρια. Τα μεγαλοπρεπέστερα μνημεία της αυτοκρατορίας (παλάτια, τζαμιά, μαυσωλεία κ.ά.) κοσμήθηκαν με πλακίδια φτιαγμένα στο Ιζνίκ.
 Τα επιτραπέζια αγγεία
  Ο περίφημος περιηγητής του 17ου αιώνα Εβλιά Τσελεμπή αναφέρει την ύπαρξη τριακόσιων αγγειοπλαστών σε μία μόνο περιοχή του Ιζνίκ, αριθμός που φάνταζε υπερβολικός. Εντούτοις, οι ανασκαφές που διενεργήθηκαν τα τελευταία χρόνια αποκάλυψαν την ύπαρξη τριάντα κεραμικών κλιβάνων σε μία συγκεκριμένη περιοχή της πόλης, γεγονός το οποίο οδήγησε τους ανασκαφείς στο συμπέρασμα ότι ο συχνά υπερβολικός στις διατυπώσεις του ταξιδευτής αυτή τη φορά ήταν ακριβής στις πληροφορίες του.
Πραγματικά, οι ποσότητες των επιτραπέζιων αγγείων που κατασκευάζονταν φαίνεται ότι ήταν μεγάλες. Γίνονταν κυρίως κατόπιν παραγγελίας από το παλάτι αλλά και από πλούσιες οικογένειες της Κωνσταντινούπολης. Αποτελούσαν ουσιαστικά τα επίσημα ή ακόμα και τα καθημερινά τους, σε κάποιες περιπτώσεις, σερβίτσια. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε την περίπτωση της περιτομής του γιου του Μουράτ Γ΄, το έτος 1582. Το γεγονός εορταζόταν επί 52 ημέρες. Τότε ακριβώς παραγγέλθηκαν 541 πιάτα στα εργαστήρια του Ιζνίκ, καθώς τα 397 κινέζικα πορσελάνινα πιάτα που διέθεταν προφανώς δεν επαρκούσαν για τις ανάγκες της γιορτής.
  Οι κυανόλευκες κινέζικες πορσελάνες υπήρξαν σκληροί ανταγωνιστές των προϊόντων του Ιζνίκ, καθώς είχαν ήδη καθιερωθεί στις αγορές. Παρ’ όλα αυτά, η κεραμική του Ιζνίκ αποδείχθηκε αντάξια των κινέζικων προϊόντων. Καθώς ήδη πολλά κινέζικα σχέδια είχαν περάσει στο οθωμανικό σχηματολόγιο μέσα από την τιμουριδική τέχνη, οι τεχνίτες του Ιζνίκ κατάφεραν πολύ σύντομα να αφομοιώσουν τα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά της κινέζικης τέχνης στη δική τους κεραμική, καθιστώντας την έτσι ανταγωνιστική στο εμπορικό περιβάλλον της εποχής. Η πρώιμη παραγωγή θυμίζει βέβαια τις κινέζικες πορσελάνες, δεν είναι όμως πανομοιότυπη. Η κινέζικη τεχνοτροπία αφομοιώθηκε από την παραγωγή του Ιζνίκ, μπολιασμένη με τα τοπικά χαρακτηριστικά. Γεννήθηκε έτσι ένα νέο τεχνοτροπικό ρεύμα, το οποίο έμελλε να παγιωθεί τους επόμενους αιώνες.
  Φαίνεται ότι και τα πρώιμα κεραμικά του Ιζνίκ διοχετεύονταν σε ευρωπαϊκές αγορές, αφού κάποια αντικείμενα που βρίσκονται στην Ευρώπη και είναι παραγωγής Ιζνίκ κατασκευάστηκαν κατά παραγγελία, καθώς φέρουν βασιλικά στρατιωτικά εμβλήματα. Έτσι, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ (1451-1481), ο διακοσμητικός ρυθμός που επικρατεί είναι το λεγόμενο “Βaba Nakkas”, που δεν είναι άλλο από περιελισσόμενα φυτικά μοτίβα πάνω σε κυανόλευκα πιάτα, γαβαθάκια (τσανάκια), λάμπες, κηροπήγια κ.λπ.
  Κατά τη βασιλεία του Βαγιαζήτ, γιου του Μωάμεθ Β΄, η τεχνοτροπία αυτή αρχίζει να αλλάζει, καθώς υιοθετούνται τα κινέζικα σύννεφα και τα δαντελωτά με κόμπους μοτίβα.
Λίγο αργότερα, στις αρχές του 16ου αιώνα, ο σουλτάνος Σελίμ Α΄ (1512-1520) κατακτά την Ταυρίδα και μεταφέρει από εκεί τουλάχιστον 500 μάστορες αγγειοπλάστες, οι οποίοι μπόλιασαν γόνιμα την οθωμανική τέχνη με περσικά στοιχεία. Ανάμεσά τους υπήρχαν και ζωγράφοι. Ένας από αυτούς, ο Şah Kulu, θεωρείται ο πατέρας του “Saz style”. Οι καινοτομίες του Kulu είναι πολύ σημαντικές, καθώς, λίγο καιρό αφότου ξεκινά να εργάζεται στο παλατινό εργαστήριο στην Κωνσταντινούπολη, αρχίζει να φαίνεται η επιρροή των έργων του στα κεραμικά του Ιζνίκ. Μία άλλη τεχνοτροπία που χαρακτηρίζει τα κεραμικά του Ιζνίκ αυτή την περίοδο είναι το λεγόμενο “Golden Horn”, που αποτελείται από σπιράλ εμπνευσμένα από το αυτοκρατορικό μονόγραμμα, καθώς επίσης και από διακοσμητικά σχέδια δανεισμένα από τις κινέζικες πορσελάνες.
  Από το 1530 και εξής τα εργαστήρια του Ιζνίκ «αποστασιοποιούνται» σταδιακά από τα παλατινά εργαστήρια. Αρχίζει το πλάσιμο του ιδιαίτερου ύφους των εργαστηρίων της ασιατικής πλευράς της χώρας: Εισάγεται το τιρκουάζ χρώμα στη ζωγραφική παλέτα, ενώ εμπλουτίζεται το θεματολόγιο με μορφές ανθρώπων και ζώων, όπως και με πλοία. Η εισαγωγή μάλιστα διακοσμητικών θεμάτων, όπως οι ανθρώπινες και ζωικές μορφές, αποτελεί μεγάλη καινοτομία και κατατάσσει τα εργαστήρια του Ιζνίκ στα πρωτοπόρα της εποχής, αν λάβουμε υπόψη το ανεικονικό της μουσουλμανικής τέχνης. Είναι προφανής η επίδραση των τεχνιτών που έφερε ο Σελίμ Α΄ (1512-1520) από την Περσία. Αυτοί μπόλιασαν την οθωμανική κεραμική με στοιχεία της δικής τους μακραίωνης κεραμικής και ζωγραφικής παράδοσης. Είναι μάλιστα εξαιρετικά ενδιαφέρον πώς στοιχεία όπως η απεικόνιση πετεινών ή πετεινόσχημων πουλιών πέρασαν και στην αγγειογραφία των εργαστηρίων του Τσανάκκαλε αλλά και της ευρύτερης Βαλκανικής μέσω των εμπορικών δρόμων.
  Τα εργαστήρια του Ιζνίκ αυτή την περίοδο δραστηριοποιούνται προς δύο κατευθύνσεις: Είναι παραγγελιοδόχοι της Υψηλής Πύλης αλλά έχουν παρουσία και στην ελεύθερη αγορά. Σε αυτήν τη δεύτερη δραστηριότητα οφείλεται μάλλον ο εμπλουτισμός του σχηματολογίου, που περιλαμβάνει, εκτός από τα πλακίδια, τα οποία αποτελούν την πάγια παραγγελία της Κωνσταντινούπολης, κανάτες, πιάτα, καρποδόχες, μικρές γαβάθες, κηροπήγια, λύχνους και άλλα παρόμοια αντικείμενα ευρείας χρήσης. Αυτά τα τελευταία ήταν και τα κατεξοχήν αντικείμενα στα οποία οι τεχνίτες του Ιζνίκ τολμούσαν την εισαγωγή νέων διακοσμητικών θεμάτων και μια πιο ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση, καθώς δεν εποπτεύονταν άμεσα από το σουλτάνο.
  Από τα μέσα του 16ου αιώνα η χρωματική και θεματική παλέτα των εργαστηρίων του Ιζνίκ γίνεται ακόμη πλουσιότερη. Χάρη στον αρχιμάστορα του 16ου αιώνα Kara Memi, λουλούδια παντός είδους, ρόδια, αγκινάρες και δέντρα στολίζουν τα αγγεία του Ιζνίκ και βάφονται μοβ, κόκκινα της πορφύρας και αργότερα πράσινα και κοραλλένια.
  Από την εποχή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς και μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα υάκινθοι, τουλίπες, γαρίφαλα, ρόδα, κινέζικα σύννεφα, φολιδωτά, hatayi –όπως ονομάζουν τα ελισσόμενα φυτικά μοτίβα–, γεωμετρικά σχέδια και cintemani –ένα σχέδιο που αποτελείται από τρεις κουκίδες και κυματοειδείς γραμμές– στόλιζαν τα αγγεία τους.





 Τσανάκκαλε


   Τα κεραμικά των εργαστηρίων του Τσανάκκαλε (Δαρδανέλια) έμειναν πολλά χρόνια στο περιθώριο της έρευνας, θαμμένα στη σκιά των περίφημων αγγείων των εργαστηρίων του Ιζνίκ και της Κιουτάχειας. Η ύπαρξη εντούτοις μεμονωμένων συνόλων τσανακκαλιώτικων αγγείων σε συλλογές μουσείων και ιδιωτών κατέστησε τα τελευταία χρόνια απαραίτητη τη μελέτη τους. Ανασύρεται έτσι από τη λήθη όχι μόνο η συγκεκριμένη κεραμική παραγωγή αλλά και ένα ξεχωριστό κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο δράσης στην περιοχή της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας, η οποία παραμένει περισσότερο γνωστή ως πεδίο μαχών στη νεότερη ιστορία.
  Oι απαρχές της αγγειοπλαστικής δραστηριότητας στην πόλη παραμένουν εντούτοις ανεξιχνίαστες μέχρι στιγμής. H πρώτη γνωστή ξεκάθαρη αναφορά στην κεραμική του Tσανάκκαλε γίνεται από τον περιηγητή Edmund Chishull το 1699, που περιγράφει τα Δαρδανέλια ως «εκτεταμένη μελαγχολική πολιτεία, φημισμένη εντούτοις για ένα περίεργο είδος κεραμικής προσεκτικά εφυαλωμένης, που πωλείται σε πολύ μεγάλες ποσότητες».
Mέχρι στιγμής είναι κοινά αποδεκτό ότι η πρώτη κεραμική παραγωγή του Τσανάκκαλε αποτελείται από αγγεία με κύριο χαρακτηριστικό το κυανό χρώμα. Αυτά αρχικά συνυπάρχουν και πολύ γρήγορα θα αντικατασταθούν από παρόμοια στο σχήμα αγγεία με γραπτή διακόσμηση καστανού χρώματος και με σχεδόν πανομοιότυπα σε πρώτη φάση σχέδια με αυτά της κυανής ομάδας. Tα πρώιμα αγγεία του Tσανάκκαλε μοιάζουν να φέρουν δυνάμει τις τεχνοτροπικές αρχές της παλαιότερης περίφημης κεραμικής του Iζνίκ, δεν παραμένουν ωστόσο προσκολλημένα σε αυτές. H αυτονομία της παραγωγής οφείλεται μάλλον στη μακρά αγγειοπλαστική παράδοση που υπήρχε στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και στην αυτονομία του αγγειοπλαστικού κέντρου σε σχέση με την Kωνσταντινούπολη. Eιδικότερα, το Tσανάκκαλε δεν αποτέλεσε ποτέ «παλατινό εργαστήριο», δεν υπήρξε δηλαδή εξαρτημένο από τη Mεγάλη Πύλη, όπως ήταν το Iζνίκ. Tα εργαστήρια του Tσανάκκαλε φαίνεται ότι κατασκεύαζαν αγγεία καθημερινής χρήσης, μάλλον χαμηλότερης ποιότητας από εκείνα των δύο άλλων αγγειοπλαστικών κέντρων, τα οποία εξυπηρετούσαν ταυτόχρονα περισσότερες από μία αγορές. H ακμή του από τα τέλη του 17ου αιώνα αποδίδεται από τους μελετητές μέχρι στιγμής κυρίως στην παρακμή του Iζνίκ: γεννήθηκε ένα αγγειοπλαστικό κέντρο για να καλύψει το κενό του Iζνίκ στην Πόλη, μαζί με την παραγωγή της Kιουτάχειας.
  Προς τα τέλη του 18ου αιώνα εμφανίζεται παράλληλα με τα καστανά αγγεία μια νέα τεχνοτροπία στην κεραμική του Τσανάκκαλε: η έγχρωμη καλυπτική εφυάλωση με την επίθετη γραπτή διακόσμηση. Η τάση αυτή θα εμπλουτιστεί σταδιακά με ποικίλο πλαστικό διάκοσμο, ώσπου να αντικατασταθεί σε μεγάλο βαθμό από την κηλιδωτή διακόσμηση στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. Τα δύο αυτά ρεύματα έχουν μάλλον δυτικότροπο χαρακτήρα και η παραγωγή παρουσιάζεται έντονα διαφοροποιημένη από την πρωιμότερη.





 1. Chishull,E, Travels in Turkey and back to England (London 1747 ) σελ.32
 2. Pococke,R.A Description of the East and some Other Countries (London 1745)σελ.102-104
 3. Smith,A,A.Month at Constantinople(London1850),σελ.39-42
 4. Dufferin and Ava,Harriot Georgina Blackwood,marchioness of,My Rushian and Turkish  Journals/by the
     Marchioness of Dafferin and Ava(London 1916),σελ.125
 5. Cochran,W.,Pen and Pencil in Minor or Notes from the Levant (London1887),σελ.273




Δεν υπάρχουν σχόλια: